ぶらんぶらん

ρήμα, επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία κρεμάμενος που αιωρείται

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶらんぶらんする
Παρόν (ευγενικό)
ぶらんぶらんします
Άρνηση (απλή)
ぶらんぶらんしない
Άρνηση (ευγενική)
ぶらんぶらんしません
Παρελθόν (απλό)
ぶらんぶらんした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶらんぶらんしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶらんぶらんしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶらんぶらんしませんでした
Τε-μορφή
ぶらんぶらんして
Δυνητική
ぶらんぶらんできる
Προστακτική
ぶらんぶらんしろ
Βουλητική
ぶらんぶらんしよう
Υποθετική (ば)
ぶらんぶらんすれば