ぶら下がる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κρέμομαι, αιωρούμαι, αιωρούμαι από κάτι
- 02 είμαι σε απόσταση αναπνοής, βρίσκομαι μπροστά στα μάτια μου
- 03 βασίζομαι ολοκληρωτικά σε κάποιον, εξαρτώμαι πλήρως από κάποιον
Παραδείγματα
-
バナナが木からぶら下がっている。
Οι μπανάνες κρέμονται από το δέντρο.
-
公園の鉄棒に子供たちが逆さまにぶら下がって遊んでいる。
Τα παιδιά παίζουν κρεμασμένα ανάποδα από τη μονόζυγο του πάρκου.
-
会社の経営が悪化し、彼は今や家族の生活のすべてを貯金にぶら下がっている状態だ。
Η κατάσταση της εταιρείας χειροτέρεψε και τώρα εξαρτάται πλήρως από τις αποταμιεύσεις του για την επιβίωση της οικογένειάς του.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぶら下がる
- Παρόν (ευγενικό)
- ぶら下がります
- Άρνηση (απλή)
- ぶら下がらない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぶら下がりません
- Παρελθόν (απλό)
- ぶら下がった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぶら下がりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぶら下がらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぶら下がりませんでした
- Τε-μορφή
- ぶら下がって
- Δυνητική
- ぶら下がれる
- Προστακτική
- ぶら下がれ
- Βουλητική
- ぶら下がろう
- Υποθετική (ば)
- ぶら下がれば
- Υποθετική (たら)
- ぶら下がったら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぶら下がりたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぶら下がるな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぶら下がりなさい
- Παθητική
- ぶら下がられる
- Αιτιατική
- ぶら下がらせる