ぶりっ子
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποτιμητικό καθομιλουμένη γυναίκα ή κορίτσι που προσποιείται τη χαριτωμένη υποκρινόμενη την αθώα και αβοήθητη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぶりっ子する
- Παρόν (ευγενικό)
- ぶりっ子します
- Άρνηση (απλή)
- ぶりっ子しない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぶりっ子しません
- Παρελθόν (απλό)
- ぶりっ子した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぶりっ子しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぶりっ子しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぶりっ子しませんでした
- Τε-μορφή
- ぶりっ子して
- Δυνητική
- ぶりっ子できる
- Προστακτική
- ぶりっ子しろ
- Βουλητική
- ぶりっ子しよう
- Υποθετική (ば)
- ぶりっ子すれば
- Υποθετική (たら)
- ぶりっ子したら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぶりっ子したい
- Απαγορευτική (~な)
- ぶりっ子するな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぶりっ子しなさい
- Παθητική
- ぶりっ子される
- Αιτιατική
- ぶりっ子させる