ぶるう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη τρέμω από τον φόβο μου, φοβάμαι, είμαι νευρικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶるう
Παρόν (ευγενικό)
ぶるいます
Άρνηση (απλή)
ぶるわない
Άρνηση (ευγενική)
ぶるいません
Παρελθόν (απλό)
ぶるった
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶるいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶるわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶるいませんでした
Τε-μορφή
ぶるって
Δυνητική
ぶるえる
Προστακτική
ぶるえ
Βουλητική
ぶるおう
Υποθετική (ば)
ぶるえば