ぶるぶる

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τρέμω (από φόβο, θυμό, κ.λπ.), ριγώ (από κρύο), σείω, σπαρταρώ

Παραδείγματα

  • さむくて、からだぶるぶるします

    Κρυώνω και τρέμω.

  • さむさにこごえ、からだぶるぶるふるえました。

    Πάγωσα από το κρύο και το σώμα μου έτρεμε.

  • 彼女かのじょいかりでぶるぶるふるえながら、自分じぶん裏切うらぎった友人ゆうじんかって言葉ことばまらせた。

    Εκείνη, τρέμοντας από θυμό, έμεινε άφωνη απέναντι στον φίλο που την πρόδωσε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶるぶるする
Παρόν (ευγενικό)
ぶるぶるします
Άρνηση (απλή)
ぶるぶるしない
Άρνηση (ευγενική)
ぶるぶるしません
Παρελθόν (απλό)
ぶるぶるした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶるぶるしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶるぶるしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶるぶるしませんでした
Τε-μορφή
ぶるぶるして
Δυνητική
ぶるぶるできる
Προστακτική
ぶるぶるしろ
Βουλητική
ぶるぶるしよう
Υποθετική (ば)
ぶるぶるすれば