ぶれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι θολός (λόγω κίνησης σε φωτογραφία ή βίντεο), τρέμω (για κάμερα)
  2. 02 κλονίζομαι (στις πεποιθήσεις, στην πολιτική, κ.λπ.)
  3. 03 μετατοπίζομαι (θέση), είμαι ελαφρώς εκτός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶれる
Παρόν (ευγενικό)
ぶれます
Άρνηση (απλή)
ぶれない
Άρνηση (ευγενική)
ぶれません
Παρελθόν (απλό)
ぶれた
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶれませんでした
Τε-μορφή
ぶれて
Δυνητική
ぶれられる
Προστακτική
ぶれろ
Βουλητική
ぶれよう
Υποθετική (ば)
ぶれれば