ぶんまわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιστρέφω έντονα, κουνώ γύρω γύρω (π.χ. σπαθί, ρόπαλο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶん回す
Παρόν (ευγενικό)
ぶん回します
Άρνηση (απλή)
ぶん回さない
Άρνηση (ευγενική)
ぶん回しません
Παρελθόν (απλό)
ぶん回した
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶん回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶん回さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶん回しませんでした
Τε-μορφή
ぶん回して
Δυνητική
ぶん回せる
Προστακτική
ぶん回せ
Βουλητική
ぶん回そう
Υποθετική (ば)
ぶん回せば