ぶん回す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 περιστρέφω έντονα, κουνώ γύρω γύρω (π.χ. σπαθί, ρόπαλο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぶん回す
- Παρόν (ευγενικό)
- ぶん回します
- Άρνηση (απλή)
- ぶん回さない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぶん回しません
- Παρελθόν (απλό)
- ぶん回した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぶん回しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぶん回さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぶん回しませんでした
- Τε-μορφή
- ぶん回して
- Δυνητική
- ぶん回せる
- Προστακτική
- ぶん回せ
- Βουλητική
- ぶん回そう
- Υποθετική (ば)
- ぶん回せば
- Υποθετική (たら)
- ぶん回したら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぶん回したい
- Απαγορευτική (~な)
- ぶん回すな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぶん回しなさい
- Παθητική
- ぶん回される
- Αιτιατική
- ぶん回させる