ぷっくり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία φουσκωτός, παχουλός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぷっくりする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぷっくりします
- Άρνηση (απλή)
- ぷっくりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぷっくりしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぷっくりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぷっくりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぷっくりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぷっくりしませんでした
- Τε-μορφή
- ぷっくりして
- Δυνητική
- ぷっくりできる
- Προστακτική
- ぷっくりしろ
- Βουλητική
- ぷっくりしよう
- Υποθετική (ば)
- ぷっくりすれば
- Υποθετική (たら)
- ぷっくりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぷっくりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぷっくりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぷっくりしなさい
- Παθητική
- ぷっくりされる
- Αιτιατική
- ぷっくりさせる