ぷるぷる
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τρέμω, ριγώ
- 02 ονοματοποιία τρέμω, τραντάζομαι, αναπηδώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぷるぷるする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぷるぷるします
- Άρνηση (απλή)
- ぷるぷるしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぷるぷるしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぷるぷるした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぷるぷるしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぷるぷるしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぷるぷるしませんでした
- Τε-μορφή
- ぷるぷるして
- Δυνητική
- ぷるぷるできる
- Προστακτική
- ぷるぷるしろ
- Βουλητική
- ぷるぷるしよう
- Υποθετική (ば)
- ぷるぷるすれば
- Υποθετική (たら)
- ぷるぷるしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぷるぷるしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぷるぷるするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぷるぷるしなさい
- Παθητική
- ぷるぷるされる
- Αιτιατική
- ぷるぷるさせる