へいへい
επιφώνημα, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη μάλιστα, βεβαίως, κατάλαβα
- 02 κολακευτικά, δουλικά, υποτιμητικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- へいへいする
- Παρόν (ευγενικό)
- へいへいします
- Άρνηση (απλή)
- へいへいしない
- Άρνηση (ευγενική)
- へいへいしません
- Παρελθόν (απλό)
- へいへいした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- へいへいしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- へいへいしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- へいへいしませんでした
- Τε-μορφή
- へいへいして
- Δυνητική
- へいへいできる
- Προστακτική
- へいへいしろ
- Βουλητική
- へいへいしよう
- Υποθετική (ば)
- へいへいすれば
- Υποθετική (たら)
- へいへいしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- へいへいしたい
- Απαγορευτική (~な)
- へいへいするな
- Προστακτική (ευγενική)
- へいへいしなさい
- Παθητική
- へいへいされる
- Αιτιατική
- へいへいさせる