へいへい

επιφώνημα, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη μάλιστα, βεβαίως, κατάλαβα
  2. 02 κολακευτικά, δουλικά, υποτιμητικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
へいへいする
Παρόν (ευγενικό)
へいへいします
Άρνηση (απλή)
へいへいしない
Άρνηση (ευγενική)
へいへいしません
Παρελθόν (απλό)
へいへいした
Παρελθόν (ευγενικό)
へいへいしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
へいへいしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
へいへいしませんでした
Τε-μορφή
へいへいして
Δυνητική
へいへいできる
Προστακτική
へいへいしろ
Βουλητική
へいへいしよう
Υποθετική (ば)
へいへいすれば