へたばる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξαντλούμαι, κουράζομαι υπερβολικά, καταρρέω από την κούραση
- 02 αποθαρρύνομαι, χάνω το θάρρος μου, υποχωρώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- へたばる
- Παρόν (ευγενικό)
- へたばります
- Άρνηση (απλή)
- へたばらない
- Άρνηση (ευγενική)
- へたばりません
- Παρελθόν (απλό)
- へたばった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- へたばりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- へたばらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- へたばりませんでした
- Τε-μορφή
- へたばって
- Δυνητική
- へたばれる
- Προστακτική
- へたばれ
- Βουλητική
- へたばろう
- Υποθετική (ば)
- へたばれば
- Υποθετική (たら)
- へたばったら
- Επιθυμητική (~たい)
- へたばりたい
- Απαγορευτική (~な)
- へたばるな
- Προστακτική (ευγενική)
- へたばりなさい
- Παθητική
- へたばられる
- Αιτιατική
- へたばらせる