へどもど

ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ταράζομαι, μπερδεύομαι, τραυλίζω από αμηχανία, βρίσκομαι σε αδιέξοδο

Κλίση

Παρόν (απλό)
へどもどする
Παρόν (ευγενικό)
へどもどします
Άρνηση (απλή)
へどもどしない
Άρνηση (ευγενική)
へどもどしません
Παρελθόν (απλό)
へどもどした
Παρελθόν (ευγενικό)
へどもどしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
へどもどしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
へどもどしませんでした
Τε-μορφή
へどもどして
Δυνητική
へどもどできる
Προστακτική
へどもどしろ
Βουλητική
へどもどしよう
Υποθετική (ば)
へどもどすれば