へばり付く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προσκολλώμαι, κολλάω, απλώνομαι επίπεδα (π.χ. στο έδαφος)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- へばり付く
- Παρόν (ευγενικό)
- へばり付きます
- Άρνηση (απλή)
- へばり付かない
- Άρνηση (ευγενική)
- へばり付きません
- Παρελθόν (απλό)
- へばり付いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- へばり付きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- へばり付かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- へばり付きませんでした
- Τε-μορφή
- へばり付いて
- Δυνητική
- へばり付ける
- Προστακτική
- へばり付け
- Βουλητική
- へばり付こう
- Υποθετική (ば)
- へばり付けば
- Υποθετική (たら)
- へばり付いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- へばり付きたい
- Απαγορευτική (~な)
- へばり付くな
- Προστακτική (ευγενική)
- へばり付きなさい
- Παθητική
- へばり付かれる
- Αιτιατική
- へばり付かせる