Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
べちゃべちゃ
べ
べちゃべちゃ
επίθετο, επίρρημα, ρήμα
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ονοματοποιία
φλυαρία, πολυλογία, λασπώδης (από λάσπη, μελάνι κ.λπ.), χιονώδης και υδαρής (π.χ. χιόνι)