べったり
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κολλημένος, προσκολλημένος
- 02 ονοματοποιία με πάταγο (π.χ. όταν κάθεσαι), με δύναμη
- 03 ονοματοποιία παντού, πυκνά
Παραδείγματα
-
紙がのりにべったり付いた。
Το χαρτί κόλλησε γερά στην κόλλα.
-
子供が母親にべったりくっついて離れない。
Το παιδί είναι κολλημένο στη μητέρα του και δεν φεύγει από κοντά της.
-
慌てて座ったので、おしりが椅子にべったり付いた感じがした。
Επειδή κάθισα βιαστικά, ένιωσα τον πισινό μου να κολλάει δυνατά στην καρέκλα.