ぺちゃくちゃ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ακατάσχετη φλυαρία, κουβεντολόι, πολυλογία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぺちゃくちゃする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぺちゃくちゃします
- Άρνηση (απλή)
- ぺちゃくちゃしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぺちゃくちゃしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぺちゃくちゃした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぺちゃくちゃしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぺちゃくちゃしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぺちゃくちゃしませんでした
- Τε-μορφή
- ぺちゃくちゃして
- Δυνητική
- ぺちゃくちゃできる
- Προστακτική
- ぺちゃくちゃしろ
- Βουλητική
- ぺちゃくちゃしよう
- Υποθετική (ば)
- ぺちゃくちゃすれば
- Υποθετική (たら)
- ぺちゃくちゃしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぺちゃくちゃしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぺちゃくちゃするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぺちゃくちゃしなさい
- Παθητική
- ぺちゃくちゃされる
- Αιτιατική
- ぺちゃくちゃさせる