ぺちゃぺちゃ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία φλυαρία, πολυλογία
- 02 ονοματοποιία γλείψιμο (με ήχο), ρουφηξιά
- 03 ονοματοποιία ήχος που παράγεται κατά το δάγκωμα ζουμερής τροφής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぺちゃぺちゃする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぺちゃぺちゃします
- Άρνηση (απλή)
- ぺちゃぺちゃしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぺちゃぺちゃしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぺちゃぺちゃした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぺちゃぺちゃしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぺちゃぺちゃしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぺちゃぺちゃしませんでした
- Τε-μορφή
- ぺちゃぺちゃして
- Δυνητική
- ぺちゃぺちゃできる
- Προστακτική
- ぺちゃぺちゃしろ
- Βουλητική
- ぺちゃぺちゃしよう
- Υποθετική (ば)
- ぺちゃぺちゃすれば
- Υποθετική (たら)
- ぺちゃぺちゃしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぺちゃぺちゃしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぺちゃぺちゃするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぺちゃぺちゃしなさい
- Παθητική
- ぺちゃぺちゃされる
- Αιτιατική
- ぺちゃぺちゃさせる