ぺったり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κολλητά (προσκολλημένα, γαντζωμένα, κλπ.), σφιχτά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぺったりする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぺったりします
- Άρνηση (απλή)
- ぺったりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぺったりしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぺったりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぺったりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぺったりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぺったりしませんでした
- Τε-μορφή
- ぺったりして
- Δυνητική
- ぺったりできる
- Προστακτική
- ぺったりしろ
- Βουλητική
- ぺったりしよう
- Υποθετική (ば)
- ぺったりすれば
- Υποθετική (たら)
- ぺったりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぺったりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぺったりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぺったりしなさい
- Παθητική
- ぺったりされる
- Αιτιατική
- ぺったりさせる