ぺったんこ

επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία πεπλατυσμένος, πατημένος, ισοπεδωμένος, επίπεδος
  2. 02 καθομιλουμένη αργκό μάνγκα κοπέλα με μικρό στήθος, επίπεδη
  3. 03 ονοματοποιία ήχος από το κόλλημα ενός ρυζοκάκε, πεττάνκο