ほいほい

επίρρημα, ρήμα, επιφώνημα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αστόχαστα, απερίσκεπτα, πρόθυμα, αβίαστα
  2. 02 ονοματοποιία περιποιητικά, καλομαθημένα, προσεκτικά (χωρίς να προκαλώ θυμό)
  3. 03 σουτ!
  4. 04 ωπ-λά
  5. 05 γεια, χαίρε
  6. 06 Χούι (λαός)
  7. 07 αρχαϊκό αρχάριος, πρωτάρης

Κλίση

Παρόν (απλό)
ほいほいする
Παρόν (ευγενικό)
ほいほいします
Άρνηση (απλή)
ほいほいしない
Άρνηση (ευγενική)
ほいほいしません
Παρελθόν (απλό)
ほいほいした
Παρελθόν (ευγενικό)
ほいほいしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ほいほいしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ほいほいしませんでした
Τε-μορφή
ほいほいして
Δυνητική
ほいほいできる
Προστακτική
ほいほいしろ
Βουλητική
ほいほいしよう
Υποθετική (ば)
ほいほいすれば