ほくほく

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία μαλακός και αφράτος (για πίτα, πατάτες, κολοκύθα κ.λπ.), αφράτος, θρυμματισμένος, φρεσκοψημένος, φρέσκος από τον φούρνο
  2. 02 ονοματοποιία ικανοποιημένος με τον εαυτό του, που ακτινοβολεί ευτυχία, που χαμογελά κρυφά στον εαυτό του

Κλίση

Παρόν (απλό)
ほくほくする
Παρόν (ευγενικό)
ほくほくします
Άρνηση (απλή)
ほくほくしない
Άρνηση (ευγενική)
ほくほくしません
Παρελθόν (απλό)
ほくほくした
Παρελθόν (ευγενικό)
ほくほくしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ほくほくしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ほくほくしませんでした
Τε-μορφή
ほくほくして
Δυνητική
ほくほくできる
Προστακτική
ほくほくしろ
Βουλητική
ほくほくしよう
Υποθετική (ば)
ほくほくすれば