ほっこり
επίρρημα, ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ζεστός και αφράτος, μαλακός
- 02 καυτός (φαγητό), ζεστός και τριφτός
- 03 αισθάνομαι ψυχική κούραση, αίσθημα ανακουφιστικής κούρασης ή επίτευξης μετά από προσπάθεια ή επιμονή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ほっこりする
- Παρόν (ευγενικό)
- ほっこりします
- Άρνηση (απλή)
- ほっこりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ほっこりしません
- Παρελθόν (απλό)
- ほっこりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ほっこりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ほっこりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ほっこりしませんでした
- Τε-μορφή
- ほっこりして
- Δυνητική
- ほっこりできる
- Προστακτική
- ほっこりしろ
- Βουλητική
- ほっこりしよう
- Υποθετική (ば)
- ほっこりすれば
- Υποθετική (たら)
- ほっこりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ほっこりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ほっこりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ほっこりしなさい
- Παθητική
- ほっこりされる
- Αιτιατική
- ほっこりさせる