ほっと

επίρρημα, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με ανακούφιση, με αναστεναγμό ανακούφισης
  2. 02 ονοματοποιία βαθιά (για αναστεναγμό)

Παραδείγματα

  • テストがわって、ほっとした

    Ολοκληρώθηκε το τεστ και ανακουφίστηκα.

  • さがものつかり、かれほっといきをついた。

    Βρέθηκε το αντικείμενο που έψαχνε και αυτός αναστέναξε ανακουφισμένος.

  • 大仕事おおしごと無事ぶじえ、みなほっとむねをなでおろした。

    Αφού τελείωσε με ασφάλεια η μεγάλη δουλειά, όλοι ένιωσαν μεγάλη ανακούφιση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ほっとする
Παρόν (ευγενικό)
ほっとします
Άρνηση (απλή)
ほっとしない
Άρνηση (ευγενική)
ほっとしません
Παρελθόν (απλό)
ほっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ほっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ほっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ほっとしませんでした
Τε-μορφή
ほっとして
Δυνητική
ほっとできる
Προστακτική
ほっとしろ
Βουλητική
ほっとしよう
Υποθετική (ば)
ほっとすれば