ほとぼりが冷める
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός καταλαγιάζει ο θόρυβος, ηρέμησαν τα πνεύματα, ξεθυμαίνει η κατάσταση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ほとぼりが冷める
- Παρόν (ευγενικό)
- ほとぼりが冷めます
- Άρνηση (απλή)
- ほとぼりが冷めない
- Άρνηση (ευγενική)
- ほとぼりが冷めません
- Παρελθόν (απλό)
- ほとぼりが冷めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ほとぼりが冷めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ほとぼりが冷めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ほとぼりが冷めませんでした
- Τε-μορφή
- ほとぼりが冷めて
- Δυνητική
- ほとぼりが冷められる
- Προστακτική
- ほとぼりが冷めろ
- Βουλητική
- ほとぼりが冷めよう
- Υποθετική (ば)
- ほとぼりが冷めれば
- Υποθετική (たら)
- ほとぼりが冷めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ほとぼりが冷めたい
- Απαγορευτική (~な)
- ほとぼりが冷めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- ほとぼりが冷めなさい
- Παθητική
- ほとぼりが冷められる
- Αιτιατική
- ほとぼりが冷めさせる