ほやほや

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία καυτός (π.χ. από τον φούρνο), αχνιστός (από την κατσαρόλα), φρέσκος
  2. 02 ονοματοποιία φρέσκος (π.χ. μόλις αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο), καινούργιος (π.χ. νεόνυμφο ζευγάρι)