ぼけっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αφηρημένα, νωχελικά, άσκοπα, χωρίς να κάνω τίποτα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぼけっとする
Παρόν (ευγενικό)
ぼけっとします
Άρνηση (απλή)
ぼけっとしない
Άρνηση (ευγενική)
ぼけっとしません
Παρελθόν (απλό)
ぼけっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぼけっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぼけっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぼけっとしませんでした
Τε-μορφή
ぼけっとして
Δυνητική
ぼけっとできる
Προστακτική
ぼけっとしろ
Βουλητική
ぼけっとしよう
Υποθετική (ば)
ぼけっとすれば