ぼそっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία αφηρημένα, ανόρεκτα, απαθώς, κενά
- 02 ονοματοποιία χαμηλόφωνα, ψιθυριστά, μουρμουριστά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぼそっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぼそっとします
- Άρνηση (απλή)
- ぼそっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぼそっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぼそっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぼそっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぼそっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぼそっとしませんでした
- Τε-μορφή
- ぼそっとして
- Δυνητική
- ぼそっとできる
- Προστακτική
- ぼそっとしろ
- Βουλητική
- ぼそっとしよう
- Υποθετική (ば)
- ぼそっとすれば
- Υποθετική (たら)
- ぼそっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぼそっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぼそっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぼそっとしなさい
- Παθητική
- ぼそっとされる
- Αιτιατική
- ぼそっとさせる