ぼってり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εύσαρκος, παχουλός, γεμάτος, εύσωμος
  2. 02 παχύρρευστα, πυκνά (για στρώση υλικού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぼってりする
Παρόν (ευγενικό)
ぼってりします
Άρνηση (απλή)
ぼってりしない
Άρνηση (ευγενική)
ぼってりしません
Παρελθόν (απλό)
ぼってりした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぼってりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぼってりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぼってりしませんでした
Τε-μορφή
ぼってりして
Δυνητική
ぼってりできる
Προστακτική
ぼってりしろ
Βουλητική
ぼってりしよう
Υποθετική (ば)
ぼってりすれば