ぼっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με πάταγο (φλογών), με μια ριπή, φουντώνοντας απότομα
  2. 02 ονοματοποιία κοκκινίζοντας ξαφνικά
  3. 03 ονοματοποιία ζαλισμένος, αφηρημένα, χαμένος στις σκέψεις μου, κενός, χωρίς σκοπό
  4. 04 ονοματοποιία αμυδρά, θολά, αχνά, ασαφώς, αόριστα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぼっとする
Παρόν (ευγενικό)
ぼっとします
Άρνηση (απλή)
ぼっとしない
Άρνηση (ευγενική)
ぼっとしません
Παρελθόν (απλό)
ぼっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぼっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぼっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぼっとしませんでした
Τε-μορφή
ぼっとして
Δυνητική
ぼっとできる
Προστακτική
ぼっとしろ
Βουλητική
ぼっとしよう
Υποθετική (ば)
ぼっとすれば