ぼやかす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθιστώ ασαφή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぼやかす
- Παρόν (ευγενικό)
- ぼやかします
- Άρνηση (απλή)
- ぼやかさない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぼやかしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぼやかした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぼやかしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぼやかさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぼやかしませんでした
- Τε-μορφή
- ぼやかして
- Δυνητική
- ぼやかせる
- Προστακτική
- ぼやかせ
- Βουλητική
- ぼやかそう
- Υποθετική (ば)
- ぼやかせば
- Υποθετική (たら)
- ぼやかしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぼやかしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぼやかすな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぼやかしなさい
- Παθητική
- ぼやかされる
- Αιτιατική
- ぼやかさせる