ぼやく

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μουρμουρίζω, παραπονιέμαι

Παραδείγματα

  • いつも文句もんくばかりってぼやいています。

    Πάντα μουρμουρίζει και γκρινιάζει.

  • かれ給料きゅうりょうやすいと同僚どうりょうぼやいていた。

    Παραπονιόταν στους συναδέλφους του ότι ο μισθός του ήταν χαμηλός.

  • 最近さいきん仕事しごと多忙たぼうさを理由りゆうに、家庭かていでも会社かいしゃでもかれつかれているとぼやくことがえた。

    Τον τελευταίο καιρό, λόγω της υπερβολικής εργασίας, έχει αρχίσει να παραπονιέται όλο και περισσότερο για την κούρασή του, τόσο στο σπίτι όσο και στη δουλειά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぼやく
Παρόν (ευγενικό)
ぼやきます
Άρνηση (απλή)
ぼやかない
Άρνηση (ευγενική)
ぼやきません
Παρελθόν (απλό)
ぼやいた
Παρελθόν (ευγενικό)
ぼやきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぼやかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぼやきませんでした
Τε-μορφή
ぼやいて
Δυνητική
ぼやける
Προστακτική
ぼやけ
Βουλητική
ぼやこう
Υποθετική (ば)
ぼやけば