ぼやける

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θολώνω, αχνοφαίνομαι

Παραδείγματα

  • つかれて、ものぼやける

    Τα μάτια μου είναι κουρασμένα και τα πράγματα θολώνουν.

  • ふるいレンズを使つかうと、写真しゃしん全体的ぜんたいてきぼやけることがある。

    Όταν χρησιμοποιείς παλιό φακό, οι φωτογραφίες μπορεί να βγουν θολές γενικά.

  • 長年ながねん月日つきひち、当時とうじ記憶きおく徐々じょじょぼやけてきた。

    Πέρασαν πολλά χρόνια και οι αναμνήσεις εκείνης της εποχής σιγά σιγά άρχισαν να θολώνουν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぼやける
Παρόν (ευγενικό)
ぼやけます
Άρνηση (απλή)
ぼやけない
Άρνηση (ευγενική)
ぼやけません
Παρελθόν (απλό)
ぼやけた
Παρελθόν (ευγενικό)
ぼやけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぼやけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぼやけませんでした
Τε-μορφή
ぼやけて
Δυνητική
ぼやけられる
Προστακτική
ぼやけろ
Βουλητική
ぼやけよう
Υποθετική (ば)
ぼやければ