ぼやぼや

ρήμα, επίρρημα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αμελώ, είμαι απρόσεκτος, αφαιρούμαι, καθυστερώ
  2. 02 ονοματοποιία μακρύς και ακατάστατος (για μαλλιά)
  3. 03 ονοματοποιία αρχαϊκό φουντώνω (για φωτιά), υψώνομαι (για ατμό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぼやぼやする
Παρόν (ευγενικό)
ぼやぼやします
Άρνηση (απλή)
ぼやぼやしない
Άρνηση (ευγενική)
ぼやぼやしません
Παρελθόν (απλό)
ぼやぼやした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぼやぼやしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぼやぼやしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぼやぼやしませんでした
Τε-μορφή
ぼやぼやして
Δυνητική
ぼやぼやできる
Προστακτική
ぼやぼやしろ
Βουλητική
ぼやぼやしよう
Υποθετική (ば)
ぼやぼやすれば