ぼる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη γδέρνω, χρεώνω υπερβολικά, ζητώ εξωφρενική τιμή

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぼる
Παρόν (ευγενικό)
ぼります
Άρνηση (απλή)
ぼらない
Άρνηση (ευγενική)
ぼりません
Παρελθόν (απλό)
ぼった
Παρελθόν (ευγενικό)
ぼりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぼらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぼりませんでした
Τε-μορφή
ぼって
Δυνητική
ぼれる
Προστακτική
ぼれ
Βουλητική
ぼろう
Υποθετική (ば)
ぼれば