ぼんやり

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία γράφεται και ως 呆んやり θαμπά, αχνά, ασαφώς, αόριστα
  2. 02 ονοματοποιία αφηρημένα, κενά, απρόσεκτα
  3. 03 ονοματοποιία αργόσχολα, άσκοπα
  4. 04 αφηρημάδα, ανόητος, χαζός, ηλίθιος

Παραδείγματα

  • そのぼんやりしていた。

    Ο πίνακας ήταν θολός.

  • あさかれ電車でんしゃなかぼんやりそとていた。

    Το πρωί, κοιτούσε αφηρημένος έξω από το τρένο.

  • 大切たいせつはなしをしているのに、かれぼんやりしていて、わたし言葉ことばとどいているのか不安ふあんになった。

    Μιλούσαμε για κάτι σημαντικό, αλλά αυτός ήταν αφηρημένος και ανησυχούσα μήπως δεν με άκουγε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぼんやりする
Παρόν (ευγενικό)
ぼんやりします
Άρνηση (απλή)
ぼんやりしない
Άρνηση (ευγενική)
ぼんやりしません
Παρελθόν (απλό)
ぼんやりした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぼんやりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぼんやりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぼんやりしませんでした
Τε-μορφή
ぼんやりして
Δυνητική
ぼんやりできる
Προστακτική
ぼんやりしろ
Βουλητική
ぼんやりしよう
Υποθετική (ば)
ぼんやりすれば