ぽうっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία οξύς συριστικός ήχος
  2. 02 ελαφρύ κοκκίνισμα ή φωτεινότητα
  3. 03 απότομη άνοδος του αίματος στο κεφάλι

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぽうっとする
Παρόν (ευγενικό)
ぽうっとします
Άρνηση (απλή)
ぽうっとしない
Άρνηση (ευγενική)
ぽうっとしません
Παρελθόν (απλό)
ぽうっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぽうっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぽうっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぽうっとしませんでした
Τε-μορφή
ぽうっとして
Δυνητική
ぽうっとできる
Προστακτική
ぽうっとしろ
Βουλητική
ぽうっとしよう
Υποθετική (ば)
ぽうっとすれば