ぽかぽか

ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ευχάριστα ζεστός, όμορφα ζεστός
  2. 02 ονοματοποιία κατ' επανάληψη (χτυπώντας κάποιον), ξανά και ξανά, συνέχεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぽかぽかする
Παρόν (ευγενικό)
ぽかぽかします
Άρνηση (απλή)
ぽかぽかしない
Άρνηση (ευγενική)
ぽかぽかしません
Παρελθόν (απλό)
ぽかぽかした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぽかぽかしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぽかぽかしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぽかぽかしませんでした
Τε-μορφή
ぽかぽかして
Δυνητική
ぽかぽかできる
Προστακτική
ぽかぽかしろ
Βουλητική
ぽかぽかしよう
Υποθετική (ば)
ぽかぽかすれば