ぽかり
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με έναν γδούπο, με ένα δυνατό χτύπημα
- 02 ονοματοποιία με ανοιχτό το στόμα, άφωνος, εμβρόντητος
- 03 ονοματοποιία αφρηρημένα, κενά
- 04 ονοματοποιία που χάσκει (για τρύπα κ.λπ.), που ανοίγει ξαφνικά