ぽくぽく

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ρυθμικά (χτύπημα, π.χ. γκονγκ)
  2. 02 ονοματοποιία χλαπάτσα, ο ήχος από τα πέταλα αλόγου
  3. 03 ονοματοποιία τριφτός, εύθρυπτος
  4. 04 ονοματοποιία χαλαρό βάδισμα, βόλτα
  5. 05 ονοματοποιία νυσταγμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぽくぽくする
Παρόν (ευγενικό)
ぽくぽくします
Άρνηση (απλή)
ぽくぽくしない
Άρνηση (ευγενική)
ぽくぽくしません
Παρελθόν (απλό)
ぽくぽくした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぽくぽくしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぽくぽくしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぽくぽくしませんでした
Τε-μορφή
ぽくぽくして
Δυνητική
ぽくぽくできる
Προστακτική
ぽくぽくしろ
Βουλητική
ぽくぽくしよう
Υποθετική (ば)
ぽくぽくすれば