ぽちゃぽちゃ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία πιτσιλιστός (νερό)
  2. 02 ονοματοποιία στρουμπουλός (και χαριτωμένος), παχουλός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぽちゃぽちゃする
Παρόν (ευγενικό)
ぽちゃぽちゃします
Άρνηση (απλή)
ぽちゃぽちゃしない
Άρνηση (ευγενική)
ぽちゃぽちゃしません
Παρελθόν (απλό)
ぽちゃぽちゃした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぽちゃぽちゃしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぽちゃぽちゃしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぽちゃぽちゃしませんでした
Τε-μορφή
ぽちゃぽちゃして
Δυνητική
ぽちゃぽちゃできる
Προστακτική
ぽちゃぽちゃしろ
Βουλητική
ぽちゃぽちゃしよう
Υποθετική (ば)
ぽちゃぽちゃすれば