ぽっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ελαφρώς (κοκκινίζοντας)
  2. 02 ονοματοποιία ξαφνικά (ανάβοντας, φουντώνοντας, αναβοσβήνοντας)
  3. 03 ονοματοποιία ξαφνικά (εμφανιζόμενος, βγαίνοντας)
  4. 04 ονοματοποιία αφηρημένα, με το μυαλό αλλού, κενά

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぽっとする
Παρόν (ευγενικό)
ぽっとします
Άρνηση (απλή)
ぽっとしない
Άρνηση (ευγενική)
ぽっとしません
Παρελθόν (απλό)
ぽっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぽっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぽっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぽっとしませんでした
Τε-μορφή
ぽっとして
Δυνητική
ぽっとできる
Προστακτική
ぽっとしろ
Βουλητική
ぽっとしよう
Υποθετική (ば)
ぽっとすれば