ぽんぽこ

επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ο ήχος τυμπάνου ή ταμπούρλου, ήχος τυμπάνων
  2. 02 ονοματοποιία γεμάτος (στομάχι), φουσκωμένος