まいか
άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δεν θα, δεν πρόκειται να
Παραδείγματα
-
私は行くまいか。
Δεν θα πάω, σωστά;
-
彼はもう二度と嘘をつくまいか。
Δεν πρόκειται να ξαναπεί ψέματα, έτσι δεν είναι;
-
試験に落第するまいかと、彼は毎晩遅くまで勉強している。
Δεν πρόκειται να κοπεί στις εξετάσεις, γι' αυτό και διαβάζει μέχρι αργά κάθε βράδυ.