まかり出でる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποχωρώ, αποσύρομαι
  2. 02 εμφανίζομαι ενώπιον κάποιου, παρουσιάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
まかり出る
Παρόν (ευγενικό)
まかり出ます
Άρνηση (απλή)
まかり出ない
Άρνηση (ευγενική)
まかり出ません
Παρελθόν (απλό)
まかり出た
Παρελθόν (ευγενικό)
まかり出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
まかり出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
まかり出ませんでした
Τε-μορφή
まかり出て
Δυνητική
まかり出られる
Προστακτική
まかり出ろ
Βουλητική
まかり出よう
Υποθετική (ば)
まかり出れば