まぐわう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνουσιάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
まぐわう
Παρόν (ευγενικό)
まぐわいます
Άρνηση (απλή)
まぐわわない
Άρνηση (ευγενική)
まぐわいません
Παρελθόν (απλό)
まぐわった
Παρελθόν (ευγενικό)
まぐわいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
まぐわわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
まぐわいませんでした
Τε-μορφή
まぐわって
Δυνητική
まぐわえる
Προστακτική
まぐわえ
Βουλητική
まぐわおう
Υποθετική (ば)
まぐわえば