まじまじと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω επίμονα, κοιτάζω κάποιον κατάματα

Παραδείγματα

  • わたしねこまじまじとました

    Κοίταξα επίμονα τη γάτα.

  • 彼女かのじょわたしかおまじまじとなにいたげでした。

    Με κοίταξε επίμονα στο πρόσωπο, σαν να ήθελε να πει κάτι.

  • はじめておとずれた美術館びじゅつかんで、少年しょうねん有名ゆうめい絵画かいがをまじまじとつめ、そのうつくしさにこころうばわれていました。

    Στην πρώτη του επίσκεψη σε μουσείο τέχνης, το αγόρι κοιτούσε επίμονα έναν διάσημο πίνακα, συνεπαρμένο από την ομορφιά του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
まじまじと見る
Παρόν (ευγενικό)
まじまじと見ます
Άρνηση (απλή)
まじまじと見ない
Άρνηση (ευγενική)
まじまじと見ません
Παρελθόν (απλό)
まじまじと見た
Παρελθόν (ευγενικό)
まじまじと見ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
まじまじと見なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
まじまじと見ませんでした
Τε-μορφή
まじまじと見て
Δυνητική
まじまじと見られる
Προστακτική
まじまじと見ろ
Βουλητική
まじまじと見よう
Υποθετική (ば)
まじまじと見れば