まったり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία πλούσιος (γεύση), μεστός (γεύση), απαλός
- 02 ονοματοποιία χαλαρός (τρόπος ζωής), ξεκούραστος, άνετος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- まったりする
- Παρόν (ευγενικό)
- まったりします
- Άρνηση (απλή)
- まったりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- まったりしません
- Παρελθόν (απλό)
- まったりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- まったりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- まったりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- まったりしませんでした
- Τε-μορφή
- まったりして
- Δυνητική
- まったりできる
- Προστακτική
- まったりしろ
- Βουλητική
- まったりしよう
- Υποθετική (ば)
- まったりすれば
- Υποθετική (たら)
- まったりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- まったりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- まったりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- まったりしなさい
- Παθητική
- まったりされる
- Αιτιατική
- まったりさせる