まとめげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκεντρώνω, συναρμολογώ, συνθέτω, ολοκληρώνω, συνοψίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
まとめ上げる
Παρόν (ευγενικό)
まとめ上げます
Άρνηση (απλή)
まとめ上げない
Άρνηση (ευγενική)
まとめ上げません
Παρελθόν (απλό)
まとめ上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
まとめ上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
まとめ上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
まとめ上げませんでした
Τε-μορφή
まとめ上げて
Δυνητική
まとめ上げられる
Προστακτική
まとめ上げろ
Βουλητική
まとめ上げよう
Υποθετική (ば)
まとめ上げれば