まな板いたの鯉こい

άλλο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κάποιος που είναι καταδικασμένος στη μοίρα του, ψάρι πάνω στον πάγκο κοπής