みっける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη βρίσκω, ανακαλύπτω, τυχαίνω σε κάτι, εντοπίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
みっける
Παρόν (ευγενικό)
みっけます
Άρνηση (απλή)
みっけない
Άρνηση (ευγενική)
みっけません
Παρελθόν (απλό)
みっけた
Παρελθόν (ευγενικό)
みっけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
みっけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
みっけませんでした
Τε-μορφή
みっけて
Δυνητική
みっけられる
Προστακτική
みっけろ
Βουλητική
みっけよう
Υποθετική (ば)
みっければ